
21 Ιούν Οικογενειακή στέγη
Κατά το άρθρο 1393 εδ. α’ του Αστικού Κώδικα σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, εν όψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακίνητου, που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη) ανεξάρτητα από το ποιος απ’ αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρηση να γίνεται με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα (ΑΠ 792/2000 ΕλλΔνη 41,1647).
O νόμος δεν ορίζει ποιες είναι οι ειδικές συνθήκες που, αν υπάρχουν, συντρέχει o λόγος, που να επιβάλλει την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αλλά αυτές θα προσδιορισθούν από το Δικαστήριο με βάση τους όρους ζωής των ενδιαφερομένων μέχρι τη διακοπή της συμβίωσης, ως τέτοιες δε (ειδικές συνθήκες) θεωρούνται η σωματική και η ψυχική υγεία, οι γενικότερες συνθήκες εργασίας του ενάγοντος και του άλλου συζύγου, καθώς και η οικονομική κατάσταση κυρίως του γονέα που έχει τη γονική μέριμνα των τέκνων του.
Η παραπάνω ρύθμιση της χρήσης της συζυγικής στέγης δεν έχει μονιμότητα, αφού διαρκεί όσο διαρκεί η διάσταση, δηλ. από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου, μπορεί δε η σχετική απόφαση να μεταρρυθμιστεί σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων που επέβαλαν την παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής στέγης στον ένα σύζυγο, ήτοι η απόφαση, που ρυθμίζει την χρήση της οικογενειακής στέγης παύει να ισχύει αυτοδικαίως, αν δεν ζητηθεί τροποποίησή της, μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου (ΕφΑθ 7890/1986 ΕλλΔικ 28/1274).
